υψώνω

Μεταφράσεις

υψώνω

raise, elevate, lift (i'psono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σηκώνω πιο ψηλά υψώνω τη σημαία
2. δυναμώνω υψώνω τη φωνή μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close