φίλαθλος

Μεταφράσεις

φίλαθλος

('filaθlos) αρσενικό

φίλαθλη

supporter, sportifرَجُلٌ رِيَاضِيّsportovecsportsmandSportlersportsmandeportistaurheilijasportašsportivoスポーツマン스포츠맨sportmanidrettsmannsportowiecdesportista, esportistaспортсменidrottsmanนักกีฬาsporcunam vận động viên运动员 ('filaθli) θηλυκό
ουσιαστικό
1. που αγαπάει τον αθλητισμό Είναι οικογένεια φιλάθλων. Αθλούνται καθημερινά.
2. που παρακολουθεί συχνά αγώνες σε γήπεδο Οι φίλαθλοι υποστηρίζουν την ομάδα τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close