φαινόμενο

Μεταφράσεις

φαινόμενο

phenomenonfenómenophénomènefenómenoปรากฏการณ์zjawiskofenomen현상Phänomen現象fenomeno现象явлениеfænomen現象 (fe'nomeno)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό, αισθητό φυσικό φαινόμενο
2. για κτ σπάνιο Είναι ένας αθλητής φαινόμενο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close