φετινός

Μεταφράσεις

φετινός

(feti'nos) αρσενικό

φετινή

(feti'ni) θηλυκό

φετινό

今年的今年的올해Årets (feti'no) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με τη χρονιά που διανύουμε ο φετινός χειμώνας η φετινή χρονιά η φετινή σοδειά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close