φευγαλέος

Μεταφράσεις

φευγαλέος

(fevɣa'leos) αρσενικό

φευγαλέα

(fevɣa'lea) θηλυκό

φευγαλέο

elusive, fugitiveévanescent, évasif, fugace (fevɣa'leo) ουδέτερο
επίθετο
1. γρήγορος, βιαστικός, ανεπαίσθητος φευγαλέα ματιά
2. παροδικός φευγαλέα χαρά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close