φημισμένος

Μεταφράσεις

φημισμένος

(fimi'zmenos) αρσενικό

φημισμένη

(fimi'zmeni) θηλυκό

φημισμένο

renownedcélèbre著名著名slavnýkuuluisaהמפורסם유명한 (fimi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
πολύ γνωστός για κτ φημισμένος γιατρός
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close