φορητός

(προωθήθηκε από φορητό)
Μεταφράσεις

φορητός

(fori'tos) αρσενικό

φορητή

(fori'ti) θηλυκό

φορητό

porteblaportableportableمَحْمُولpřenosnýbærbartragbarportátilkannettavaprenosivportatile持ち運びできる휴대형의draagbaarbærbarprzenośnyportátilпортативныйbärbarหิ้วได้taşınabilirxách tay轻便的 (fori'to) ουδέτερο
επίθετο
συσκευή ή άλλο αντικείμενο που μεταφέρεται εύκολα φορητός υπολογιστής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close