φυλακισμένος

(προωθήθηκε από φυλακισμένο)
Μεταφράσεις

φυλακισμένος

(filaci'zmenos) αρσενικό

φυλακισμένη

(filaci'zmeni) θηλυκό

φυλακισμένο

prisoner, imprisonedprizonuloprisonnierسَجِيـنvězeňfangeHäftlingprisionerovankizatvorenikprigioniero囚人죄수gevangeneinnsattwięzieńprisioneiroарестантfångeผู้ถูกขังmahkumphạm nhân囚犯затворник囚犯אסיר (filaci'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
κρατούμενος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close