φυλαχτό

Μεταφράσεις

φυλαχτό

amuletamuletoamuletoamuletteamuletamuletoamuletАмулет护身符護身符amuletAmuletお守り (fila'xto)
ουσιαστικό αρσενικό
μικρό αντικείμενο που προστατεύει τον κάτοχό του
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close