φυσάει

Μεταφράσεις

φυσάει

draughty (fi'sai)
ρήμα απρόσωπο (ρήμα)
έχει αέρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close