φυσική

Μεταφράσεις

φυσική

physicsfizikophysiquefísicaفِيزْياءfyzikafysikPhysikfísicafysiikkafizikafisica物理学물리학natuurkundefysikkfizykaфизикаfysikวิชาฟิสิกส์fizikvật lý物理学, 物理физически物理פיזית
ουσιαστικό θηλυκό
η επιστήμη που μελετά τα φυσικά φαινόμενα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close