χάνω

Μεταφράσεις

χάνω

('xano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δεν μπορώ να βρω Έχασα τα κλειδιά μου.
2. αποχωρίζομαι από κτ που είχα Έχασα όλη μου την περιουσία.
3. δεν καταφέρνω να διατηρήσω χάνω την υπομονή μου χάνω τις ελπίδες μου
4. δεν πετυχαίνω χάνω το στόχο μου
5. δεν προλαβαίνω χάνω το μάθημα
6. σπαταλάω χάνω το χρόνο μου
7. (για ρολόι) πάει πίσω Το ρολόι χάνει ένα λεπτό.
8. παρουσιάζω έλλειψη, απώλεια χάνω αίμαβάρος χάνω τις αισθήσεις μουτο φως μου
9. μπερδεύομαι σε κτ χάνω το δρόμο μου

χάνω

lose, miss, muffmanquer, perdre, raterيَخْسَرُ, يُضَيِّعُ, يَفْتَقِدُ, يُفَوِّتُminout, přehlédnout, ztratitfå fat i, savne, tabeverfehlen, verlieren, verpassenechar de menos, errar, pasar por alto, perderei huomata jotakin, hukata, menettää, mennä ohiizgubiti, promašiti, propustitimancare, perdere, sfuggire・・・をし損なう, ・・・をなくす, なくす, 見逃す(겨냥한 것을) 놓치다, (...을) 잃어버리다missen, verliezenmiste, oppfatte, savnechybić, przegapić, stracić, zgubićperder, prestar atençãoпотерять, пропуститьförlora, missa, sakna, tappaทำหาย, พลาด, พลาด ไม่เห็น ไม่เข้าใจ ไม่ได้ยิน, สูญเสียkaçırmak, kaybetmekbỏ lỡ, đánh mất, mất丢失, 未击中, 漏掉,
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. νικιέμαι Χάσαμε στον αγώνα.
2. (για μηχανισμό) δε λειτουργώ καλά Το ρολόι χάνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close