χήρος

Μεταφράσεις

χήρος

('çiros) θηλυκό

χήρα

veufwidowerأَرْمَلvdovecenkemandWitwerviudoleskimiesudovacvedovo男やもめ홀아비weduwnaarenkemannwdowiecviúvoвдовецänklingพ่อหม้ายdulngười góa vợ鳏夫 ('çira) αρσενικό
ουσιαστικό
ο άντρας ή η γυναίκα που έχει χάσει τοντη σύζυγο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close