χειραφέτηση

Μεταφράσεις

χειραφέτηση

emancipation, liberation, freeingémancipation (çira'fetisi)
ουσιαστικό θηλυκό
ανεξαρτητοποίηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close