χιονοδρομικός

(προωθήθηκε από χιονοδρομική)
Μεταφράσεις

χιονοδρομικός

(çonoðromi'kos) αρσενικό

χιονοδρομική

(çonoðromi'ci) θηλυκό

χιονοδρομικό

(çonoðromi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με το άθλημα του σκι στο χιόνι χιονοδρομικό κέντρο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close