χρέος

Μεταφράσεις

χρέος

debt, dutydette, devoirدَيْنdluhgældSchuldendeudavelkadugdebito借金schuldgjelddługdívidaдолгskuldหนี้borçmón nợ欠款дълг ('xreos)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ποσό που χρωστάω Έχω πολλά χρέη.
2. υποχρέωση, καθήκον έχω χρέος νααπέναντι σε κπ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close