χρεωμένος

(προωθήθηκε από χρεωμένη)
Μεταφράσεις

χρεωμένος

(xreo'menos) αρσενικό

χρεωμένη

(xreo'meni) θηλυκό

χρεωμένο

(xreo'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κπ χρέος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close