χρησιμοποιώ

Μεταφράσεις

χρησιμοποιώ

usar, utilitzarverwenden, benutzen, gebrauchenuse, employuziusar, utilizarkäyttääutiliserusare使う, 使用する사용하다, 쓰다utorgebruikenusar, utilizarfolosiиспользовать, употреблятьanvändasử dụng, dùng, lợi dụng, xàiيَسْتَخْدِمُpoužítbrugerabitibrukeużyćใช้kullanmak使用Използвам (xrisimopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεταχειρίζομαι Χρησιμοποιώ αυτοκίνητο για να πάω στη δουλειά μου.
2. κάνω χρήση χρησιμοποιώ βία
3. εκμεταλλεύομαι Δε μ' αρέσει να με χρησιμοποιούν.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close