χώμα

Μεταφράσεις

χώμα

terreearth, soilتُرْبَةٌpůdajordErdetierra, suelomaaperäzemljasuologrondjordglebasoloпочваjordดินtoprakđất土壤почва ('xoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το έδαφος Έπεσε στο χώμα.
2. το φυσικό υλικό στο έδαφος όπου φυτρώνουν τα φυτά παίζω με το χώμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close