ψάλλω

Μεταφράσεις

ψάλλω

('psalo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ψέλνω
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close