ψήσιμο

Μεταφράσεις

ψήσιμο

cuisson, cuisson au fourخَبْزpečeníbagningBackenbakinghornear, del hornoleivontapečenjecottura al fornoベーキング굽기bakkenbakingpieczeniecozeduraвыпеканиеugnsstekningการอบfırında pişirmesự nướng bánh mì烘焙печенеאפייה ('psisimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να ψήνει κν κτ αργό ψήσιμο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close