ψίθυρος

Μεταφράσεις

ψίθυρος

whisperchuchotementWhisperWhisperWhisperWhisperWhisper ('psiθiros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ψιθύρισμα Άκουσα βήματα και ψιθυρίσματα.
2. φήμες γίνεται ψίθυρος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close