ψεκασμός

Μεταφράσεις

ψεκασμός

vaporisationsprayingsprühenраспылениеpulverizaçãoпръсканеpostřiksprøjtningריסוס (pseka'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
το ράντισμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close