ψηφιδωτός

(προωθήθηκε από ψηφιδωτή)
Μεταφράσεις

ψηφιδωτός

(psifiðo'tos)

ψηφιδωτή

(psifiðo'ti)

ψηφιδωτό

(psifiðo'to)
επίθετο
που είναι διακοσμημένος με μικρά κομμάτια πήλινα ή πέτρινα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close