ψηφοφόρος

Μεταφράσεις

ψηφοφόρος

voterélecteurvotantesWählerelettorekiezereleitorwyborcówгласоподавателהבוחר유권자väljare (psifo'foros)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
αυτός που έχει δικαίωμα να ψηφίσει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close