ψιλός

(προωθήθηκε από ψιλό)
Αναζητήσεις σχετικές με ψιλό: ψύλλος
Μεταφράσεις

ψιλός

(psi'los) αρσενικό

ψιλή

(psi'li) θηλυκό

ψιλό

thin (psi'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λεπτός ψιλές φέτες ψωμί
2. με πολύ μικρούς κόκκους ψιλή άμμος
3. λεπτή φωνή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close