ψυχολογία

Μεταφράσεις

ψυχολογία

psychologypsychologiepsicologiapsicologiaعِلْمُ النَّفْسpsychologiepsykologiPsychologiepsicologíapsykologiapsihologija心理学심리학psychologiepsykologipsychologiaпсихологияpsykologiจิตวิทยาpsikolojitâm lý học心理学Психология心理學פסיכולוגיה (psixolo'ʝia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επιστήμη που μελετά την ψυχική εξέλιξη του ατόμου οι σπουδές της ψυχολογίας
2. η ψυχολογική κατάσταση η ψυχολογία του πλήθους
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close