ψυχολογικά

Μεταφράσεις

ψυχολογικά

psychologicallypsychologiquement (psixoloʝi'ka)
επίρρημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close