ψυχρός

(προωθήθηκε από ψυχρό)
Μεταφράσεις

ψυχρός

(psi'xros) αρσενικό

ψυχρή

(psi'xri) θηλυκό

ψυχρό

cold, chill, cool, frigid, frosty, remote, unemotionalfroid차가운 (psi'xro) ουδέτερο
επίθετο
1. κρύος ψυχρός καιρός
2. μεταφορικά που δεν έχει θερμή συμπεριφορά Είναι ψυχρός μαζί μου.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close