ω

Μεταφράσεις

ω

oh, o (o)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
ωμέγα, το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close