ωθώ

Μεταφράσεις

ωθώ

propel, push, urge, promptpousser (o'θo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
σπρώχνω, παροτρύνω οι παράγοντες που ωθούν στη βία Τι σε ώθησε να συνθέσεις;
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close