ωραιοπαθής

(προωθήθηκε από ωραιοπαθές)
Αναζητήσεις σχετικές με ωραιοπαθές: ναρκισσισμός
Μεταφράσεις

ωραιοπαθής

(oreopa'θis) αρσενικό-θηλυκό

ωραιοπαθές

(oreopa'θes) ουδέτερο
επίθετο
που θαυμάζει και περιποιείται τον εαυτό του
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close