ωτίτιδα

Μεταφράσεις

ωτίτιδα

otitisotite (o'titiða)
ουσιαστικό θηλυκό
ιατρική φλεγμονή του αυτιού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close