ωφελώ

Μεταφράσεις

ωφελώ

benefit, availbénéficier à, profiter à, bénéficierيَسْتَفِيدُprospětnyde godt afnützenbeneficiarhyötyäimati koristibeneficiare利益を得る이익이 되다profiterengagneprzynieść korzyśćbeneficiarприносить пользуgagnaมีประโยชน์ต่อyarar sağlamakđược lợi有益于 (ofe'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω καλό Η ξεκούραση ωφελεί τον οργανισμό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close