ύψωμα

Μεταφράσεις

ύψωμα

('ipsoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
σημείο του εδάφους που προεξέχει
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close