ώριμος

(προωθήθηκε από ώριμη)
Μεταφράσεις

ώριμος

('orimos) αρσενικό

ώριμη

('orimi) θηλυκό

ώριμο

mature, ripemature, mûrmaturoنَاضِج, نَاضِجٌvyspělý, zralýmodenreifmadurokypsäzreo成熟した, 熟した성숙한, 여문rijp, volwassenmodendojrzałymaduroзрелый, созревшийmogenโตเต็มที่, สุกolgunchín, trưởng thành成熟的 ('orimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ωριμάσει ώριμα σύκα
2. συγκροτημένος, με προχωρημένη σκέψη ώριμο παιδί
3. γύρω στα 40-50 ώριμος άντρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close