κατάληψη

Μεταφράσεις

κατάληψη

occupationاحْتِلَالٌokupaceokkupationInbesitznahmeocupaciónmiehitysoccupationokupacijaoccupazione占領점령bezettingokkupasjonokupacjainvasão, ocupaçãoоккупацияockupationการยึดครองişgalsự chiếm đóng占领, 职业職業 (ka'talipsi)
ουσιαστικό θηλυκό
κυρίευση η κατάληψη κτιρίου
μένω παράνομα σε ακατοίκητο κτίριο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close