κομματιάζω
smash (koma'tçazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) 1. καταστρέφω σπάζοντας briser mettre en morceaux κομματιάζω ένα βάζο briser un vase
2. σκίζω σε μικρά κομμάτια déchiqueter Το σκυλί κομμάτιασε το κρέας. Le chien a déchiqueté la viande.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.