μεγεθύνω
agrandissementenlarge (meʝe'θino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) 1. κάνω κτ να φαίνεται πιο μεγάλο
agrandir μεγεθύνω μία εικόνα agrandir une image 2. μεταφορικά κάνω κτ πιο έντονο exagérer μεγεθύνω ένα πρόβλημα exagérer un problème
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.