πνεύμα
spirit, breathing, mind, witespritspiritomente, espírituرُوحduševnoåndGeisthenkiduh精神정신geeståndduchespíritoдушаandeวิญญาณruhtinh thần精神дух精神 ('pnevma)
ουσιαστικό ουδέτερο 1. διανοητική φύση του ανθρώπου
esprit αρσενικό καλλιεργώ το πνεύμα μου cultiver son esprit το πνεύμα και η ύλη l'esprit et la matière 2. το μυαλό, ο νους
esprit έχω αναλυτικό πνεύμα avoir un esprit analytique 3. διάθεση
esprit έχω πνεύμα συνεργασίας avoir un esprit de coopération 4. νόημα esprit sens αρσενικό μπαίνω στο πνεύμα των Χριστουγέννων entrer dans l'esprit de Noël saisir le sens de Noël
5. χιούμορ
esprit κάνω πνεύμα faire de l'esprit 6. φάντασμα
esprit διώχνω τα κακά πνεύματα chasser les mauvais esprits Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.