συνηθισμένος
(siniθi'zmenos) αρσενικό
συνηθισμένη
(siniθi'zmeni) θηλυκό
συνηθισμένο
ordinary, usual, used, commonhabituel, ordinaire, usuelعَادِيٌّ, مُعْتادobvyklý, obyčejnýalmindelig, sædvanliggewöhnlich, üblichcorriente, usualtavallinenobičan, uobičajenordinario, solito普通の보통의gewoon, gewoonlijkhverdagslig, vanligzwykłycomumобычныйvanligเป็นปรกติ, อย่างธรรมดาalışılagelmiş, sıradanbình thường, thông thường普通的, 通常的 (siniθi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο 1. κοινός
ordinaire συνηθισμένα ρούχα des vêtements ordinaires 2. καθιερωμένος
habituel/-elle συνηθισμένη διαδικασία une procédure habituelle Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.